ψυχολογικά
•
- με την ψυχολογική έννοια, από ψυχολογική σκοπιά, η ψυχολογική κατάσταση Βικιλεξικό
- Ξέρω ότι είναι υγιής και δουλεύει, όμως δεν ξέρω πώς πάει ψυχολογικά μετά το διαζύγιό του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψυχολογικά < ψυχολογικός
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →