Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψυχονευρωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την ψυχονεύρωση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ψυχονευρωτικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήψυχονευρωτικόςψυχονευρωτικήψυχονευρωτικό
Γενικήψυχονευρωτικούψυχονευρωτικήςψυχονευρωτικού
Αιτιατικήψυχονευρωτικόψυχονευρωτικήψυχονευρωτικό
Κλητικήψυχονευρωτικέψυχονευρωτικήψυχονευρωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήψυχονευρωτικοίψυχονευρωτικέςψυχονευρωτικά
Γενικήψυχονευρωτικώνψυχονευρωτικώνψυχονευρωτικών
Αιτιατικήψυχονευρωτικούςψυχονευρωτικέςψυχονευρωτικά
Κλητικήψυχονευρωτικοίψυχονευρωτικέςψυχονευρωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →