ψυχοπαίδι
•
- ο ψυχογιός ή ψυχοκόρη, το παιδί που κάποιος υιοθετεί νομικά ή και άτυπα, δηλαδή χωρίς να έχει λάβει επισήμως την κηδεμονία του Βικιλεξικό
- το απροστάτευτο, ορφανό ή πολύ φτωχό παιδί που κάποιοι (κυρίως μέχρι τον 19ο αιώνα) αναλάμβαναν να εντάξουν στην οικογένειά τους είτε από οίκτο και επί ίσοις όροις με τα βιολογικά τους παιδιά είτε για να το χρησιμοποιήσουν ως εργάτη-αγρότη και αργότερα ως γηροκόμο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψυχοπαίδι < ψυχή και παιδί
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψυχοπαίδι | ψυχοπαίδια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | ψυχοπαίδι | ψυχοπαίδια |
| Κλητική | ψυχοπαίδι | ψυχοπαίδια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →