ψυχοπλακώνω
•
- προκαλώ ψυχικό πλάκωμα, στεναχωρώ υπερβολικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψυχοπλακώνω < ψυχο- (ψυχή) + πλακώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ψυχοπλακώνω | ψυχοπλακώνεις | ψυχοπλακώνει | ψυχοπλακώνουμε | ψυχοπλακώνετε | ψυχοπλακώνουν / ψυχοπλακώνουνε |
| Παρατατικός | ψυχοπλάκωνα | ψυχοπλάκωνες | ψυχοπλάκωνε | ψυχοπλακώναμε | ψυχοπλακώνατε | ψυχοπλάκωναν / ψυχοπλακώναν / ψυχοπλακώνανε |
| Αόριστος | ψυχοπλάκωσα | ψυχοπλάκωσες | ψυχοπλάκωσε | ψυχοπλακώσαμε | ψυχοπλακώσατε | ψυχοπλάκωσαν / ψυχοπλακώσαν / ψυχοπλακώσανε |
| Μέλλοντας | θα ψυχοπλακώνω / θα ψυχοπλακώσω | θα ψυχοπλακώνεις / θα ψυχοπλακώσεις | θα ψυχοπλακώνει / θα ψυχοπλακώσει | θα ψυχοπλακώνουμε / θα ψυχοπλακώσουμε | θα ψυχοπλακώνετε / θα ψυχοπλακώσετε | θα ψυχοπλακώνουν / θα ψυχοπλακώνουνε / θα ψυχοπλακώσουν / θα ψυχοπλακώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ψυχοπλακώσει | έχεις ψυχοπλακώσει | έχει ψυχοπλακώσει | έχουμε ψυχοπλακώσει | έχετε ψυχοπλακώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ψυχοπλακώσει | είχες ψυχοπλακώσει | είχε ψυχοπλακώσει | είχαμε ψυχοπλακώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ψυχοπλακώσει / να ψυχοπλακώνω / να ψυχοπλακώσω | να έχεις ψυχοπλακώσει / να ψυχοπλακώνεις / να ψυχοπλακώσεις | να έχει ψυχοπλακώσει / να ψυχοπλακώνει / να ψυχοπλακώσει | να έχουμε ψυχοπλακώσει / να ψυχοπλακώνουμε / να ψυχοπλακώσουμε | να έχετε ψυχοπλακώσει / να ψυχοπλακώνετε / να ψυχοπλακώσετε | να ψυχοπλακώνουν / να ψυχοπλακώνουνε / να ψυχοπλακώσουν / να ψυχοπλακώσουνε |
| Προστακτική | — | ψυχοπλάκωνε / ψυχοπλάκωσε | — | — | ψυχοπλακώνετε / ψυχοπλακώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →