ψυχορραγώ
•
- ψυχομαχώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψυχορραγώ < αρχαία ελληνική ψυχορραγέω / ψυχορραγῶ < ψυχή + ῥήγνυμι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ψυχορραγώ | ψυχορραγείς | ψυχορραγεί | ψυχορραγούμε | ψυχορραγείτε | ψυχορραγούν / ψυχορραγούνε |
| Παρατατικός | ψυχορραγούσα | ψυχορραγούσες | ψυχορραγούσε | ψυχορραγούσαμε | ψυχορραγούσατε | ψυχορραγούσαν / ψυχορραγούσανε |
| Αόριστος | ψυχορράγησα | ψυχορράγησες | ψυχορράγησε | ψυχορραγήσαμε | ψυχορραγήσατε | ψυχορράγησαν / ψυχορραγήσαν / ψυχορραγήσανε |
| Μέλλοντας | θα ψυχορραγήσω / θα ψυχορραγώ | θα ψυχορραγήσεις / θα ψυχορραγείς | θα ψυχορραγήσει / θα ψυχορραγεί | θα ψυχορραγήσουμε / θα ψυχορραγούμε | θα ψυχορραγήσετε / θα ψυχορραγείτε | θα ψυχορραγήσουν / θα ψυχορραγήσουνε / θα ψυχορραγούν / θα ψυχορραγούνε |
| Παρακείμενος | έχω ψυχορραγήσει | έχεις ψυχορραγήσει | έχει ψυχορραγήσει | έχουμε ψυχορραγήσει | έχετε ψυχορραγήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ψυχορραγήσει | είχες ψυχορραγήσει | είχε ψυχορραγήσει | είχαμε ψυχορραγήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ψυχορραγήσει / να ψυχορραγήσω / να ψυχορραγώ | να έχεις ψυχορραγήσει / να ψυχορραγήσεις / να ψυχορραγείς | να έχει ψυχορραγήσει / να ψυχορραγήσει / να ψυχορραγεί | να έχουμε ψυχορραγήσει / να ψυχορραγήσουμε / να ψυχορραγούμε | να έχετε ψυχορραγήσει / να ψυχορραγήσετε / να ψυχορραγείτε | να ψυχορραγήσουν / να ψυχορραγήσουνε / να ψυχορραγούν / να ψυχορραγούνε |
| Προστακτική | — | ψυχορράγει / ψυχορράγησε | — | — | ψυχορραγήστε / ψυχορραγείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →