Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψυχοσύνθεση

/psi.xoˈsin.θe.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η σύνθεση των συναισθηματικών και νοητικών ιδιοτήτων ενός ατόμου ή μιας κοινωνικής ομάδας Βικιλεξικό
    • Ὁ κατώτερος Κλῆρος συνέχιζε τό βιοποριστικό του ἐπάγγελμα, χωρίς νά πολυεμβαθύνει στά θεολογικά. Κι ὁ λαουτζίκος, ἀνάλογα μῆκος, πλάτος, νοοτροπία, ψυχοσύνθεση καί καλλιέργεια, εἴτε παραδεχόταν ἄκριτα τό δεδομένο Θεό, εἴτε τόν ἀμφισβητοῦσε κρυφά μέσ ̓ τήν κλονισμένη του ψυχή, εἴτε ἀπαιτοῦσε τήν ἀναπροσαρμογή Του σέ πνευματικότερα δεδομένα (Μ. Καραγάτσης, Σέργιος και Βάκχος, Τόμος 2, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1982, σελ. 268)

Ετυμολογία

ψυχοσύνθεση < (λόγιο) ψυχο- + σύνθε(σις) + -ση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήψυχοσύνθεσηψυχοσυνθέσεις
Γενικήψυχοσύνθεσηςψυχοσυνθέσεων
Αιτιατικήψυχοσύνθεσηψυχοσυνθέσεις
Κλητικήψυχοσύνθεσηψυχοσυνθέσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →