ψυχοφάρμακο
•
- η κοινή ονομασία μιας σειράς φαρμακευτικών σκευασμάτων που έχουν παραχθεί για τη βελτίωση ήπιων αλλά και έντονων ψυχικών νοσημάτων (αντικαταθλιπτικών, αγχολυτικών, αντιψυχωσικών κ.α.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψυχοφάρμακο < ψυχή και φάρμακο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψυχοφάρμακο | ψυχοφάρμακα |
| Γενική | ψυχοφάρμακου / ψυχοφαρμάκου | ψυχοφαρμάκων |
| Αιτιατική | ψυχοφάρμακο | ψυχοφάρμακα |
| Κλητική | ψυχοφάρμακο | ψυχοφάρμακα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →