Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψυχούδι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λαϊκότροπομικρό στρογγυλό ψωμάκι, σαν προσφοράκι, που φτιάχνεται την Κυριακή της Τυρινής ή προσφέρεται σε μνημόσυνα και κηδείες Βικιλεξικό
    • Πάμπολλα είναι τα έθιμα που ομόρφαιναν την καθημερινή ζωή στον τόπο της Ανδρίτσαινας όπως: του γάμου, των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς με τα κάλαντα, τα αποκριάτικα με τους μασκαράδες και τη χοιροσφαγή, το ψυχούδι, της μεγάλης εβδομάδας με το μάζεμα των λουλουδιών για το ντύσιμο του Επιταφίου... (*)

Ετυμολογία

ψυχούδι < ψυχή + -ούδι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήψυχούδιψυχούδια
Γενικήψυχουδιούψυχουδιών
Αιτιατικήψυχούδιψυχούδια
Κλητικήψυχούδιψυχούδια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →