Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψυχούλα

/psiˈxu.la/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. προς ένδειξη συμπάθειαςη ψυχή ενός ανθρώπου Βικιλεξικό
    • η ψυχούλα του το ξέρει τι έχει τραβήξει
  2. ο πολύ ευγενικός, ευαίσθητος, τρυφερός και καλοσυνάτος άνθρωπος που θέλει να βοηθάει τους άλλους από καλοσύνη και συμπόνια, που δεν θέλει να βλάπτει ποτέ και κανέναν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ψυχούλα < ψυχ(ή) + υποκοριστικό επίθημα -ούλα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήψυχούλαψυχούλες
Γενικήψυχούλας—
Αιτιατικήψυχούλαψυχούλες
Κλητικήψυχούλαψυχούλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →