ψυχούλα
•
- προς ένδειξη συμπάθειαςη ψυχή ενός ανθρώπου Βικιλεξικό
- η ψυχούλα του το ξέρει τι έχει τραβήξει
- ο πολύ ευγενικός, ευαίσθητος, τρυφερός και καλοσυνάτος άνθρωπος που θέλει να βοηθάει τους άλλους από καλοσύνη και συμπόνια, που δεν θέλει να βλάπτει ποτέ και κανέναν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψυχούλα < ψυχ(ή) + υποκοριστικό επίθημα -ούλα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψυχούλα | ψυχούλες |
| Γενική | ψυχούλας | — |
| Αιτιατική | ψυχούλα | ψυχούλες |
| Κλητική | ψυχούλα | ψυχούλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →