ψυχραίνω
•
- μειώνω τη θερμοκρασία, προκαλώ την πτώση της είτε κυριολεκτικά είτε μεταφορικά Βικιλεξικό
- Οταν αποφεύγεις να με στηρίξεις ψυχολογικά, με ψυχραίνεις
- Το νερό που εισέρχεται στα βράχια στερεοποιείται όταν ψυχραίνεται κατά τη διάρκεια του χειμώνα
Ετυμολογία
ψυχραίνω < (ελληνιστική κοινή) ψυχραίνω < αρχαία ελληνική ψυχρός,ά,όν
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ψυχραίνω | ψυχραίνεις | ψυχραίνει | ψυχραίνουμε | ψυχραίνετε | ψυχραίνουν / ψυχραίνουνε |
| Παρατατικός | ψύχραινα | ψύχραινες | ψύχραινε | ψυχραίναμε | ψυχραίνατε | ψυχραίναν / ψυχραίνανε / ψύχραιναν |
| Αόριστος | ψύχρανα | ψύχρανες | ψύχρανε | ψυχράναμε | ψυχράνατε | ψυχράναν / ψυχράνανε / ψύχραναν |
| Μέλλοντας | θα ψυχράνω / θα ψυχραίνω | θα ψυχράνεις / θα ψυχραίνεις | θα ψυχράνει / θα ψυχραίνει | θα ψυχράνουμε / θα ψυχραίνουμε | θα ψυχράνετε / θα ψυχραίνετε | θα ψυχράνουν / θα ψυχράνουνε / θα ψυχραίνουν / θα ψυχραίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω ψυχράνει | έχεις ψυχράνει | έχει ψυχράνει | έχουμε ψυχράνει | έχετε ψυχράνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ψυχράνει | είχες ψυχράνει | είχε ψυχράνει | είχαμε ψυχράνει | είχατε ψυχράνει | — |
| Υποτακτική | να έχω ψυχράνει / να ψυχράνω / να ψυχραίνω | να έχεις ψυχράνει / να ψυχράνεις / να ψυχραίνεις | να έχει ψυχράνει / να ψυχράνει / να ψυχραίνει | να έχουμε ψυχράνει / να ψυχράνουμε / να ψυχραίνουμε | να έχετε ψυχράνει / να ψυχράνετε / να ψυχραίνετε | να ψυχράνουν / να ψυχράνουνε / να ψυχραίνουν / να ψυχραίνουνε |
| Προστακτική | — | ψύχραινε / ψύχρανε | — | — | ψυχράνετε / ψυχραίνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →