ψυχρομετρικός
•
- σχετικός με την ψυχρομετρία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψυχρομετρικός < ψυχρομετρ(ία) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ψυχρομετρικός | ψυχρομετρική | ψυχρομετρικό |
| Γενική | ψυχρομετρικού | ψυχρομετρικής | ψυχρομετρικού |
| Αιτιατική | ψυχρομετρικό | ψυχρομετρική | ψυχρομετρικό |
| Κλητική | ψυχρομετρικέ | ψυχρομετρική | ψυχρομετρικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ψυχρομετρικοί | ψυχρομετρικές | ψυχρομετρικά |
| Γενική | ψυχρομετρικών | ψυχρομετρικών | ψυχρομετρικών |
| Αιτιατική | ψυχρομετρικούς | ψυχρομετρικές | ψυχρομετρικά |
| Κλητική | ψυχρομετρικοί | ψυχρομετρικές | ψυχρομετρικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →