ψυχωμένος
•
- ο αντρειωμένος, αυτός που παλεύει για το δίκιο του ή και των άλλων, ο γενναίος, που έχει κουράγιο και ψυχικές αντιστάσεις, ο αγωνιστής Βικιλεξικό
- σπάνιοπου έχει ψυχή Βικιλεξικό
- 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Ανδρέας Καρκαβίτσας, Ἡ θάλασσα, από τη συλλογή διηγημάτων Λόγια της Πλώρης, αρχική έκδοση: Αθήνα 1899.
Ετυμολογία
ψυχωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ψυχώνω
Άλλοι τύποι
ψυχωμέναψυχωμένεψυχωμένεςψυχωμένηψυχωμένηςψυχωμένοψυχωμένοιψυχωμένοςψυχωμένουψυχωμένουςψυχωμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →