ψωμάδικο
•
- το αρτοπωλείο (είτε αρτοποιείο είτε πρατήριο άρτου) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψωμάδικο < ψωμ(ί) + -άδικο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψωμάδικο | ψωμάδικα |
| Γενική | ψωμάδικου | ψωμάδικων |
| Αιτιατική | ψωμάδικο | ψωμάδικα |
| Κλητική | ψωμάδικο | ψωμάδικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →