ψωμομαντίλα
•
- ιδιωματικόπετσέτα με την οποία σκεπάζουν τα ζυμωμένα ψωμιά, μέχρι να μπουν για ψήσιμο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψωμομαντίλα < ψωμο- + μαντίλα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψωμομαντίλα | ψωμομαντίλες |
| Γενική | ψωμομαντίλας | — |
| Αιτιατική | ψωμομαντίλα | ψωμομαντίλες |
| Κλητική | ψωμομαντίλα | ψωμομαντίλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →