Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψωμοπάτης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. παλιότερη ύβρις για τον αχάριστο, εκείνον που με τη μεταφορική έννοια πατούσε το ψωμί που έτρωγε, δηλαδή περιφρονούσε εκείνον που του είχε προσφέρει τα προς το ζην Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ψωμοπάτης < ψωμί + πατώ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήψωμοπάτηςψωμοπάτες / ψωμοπάτηδες
Γενικήψωμοπάτηψωμοπάτηδων
Αιτιατικήψωμοπάτηψωμοπάτες / ψωμοπάτηδες
Κλητικήψωμοπάτηψωμοπάτες / ψωμοπάτηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →