ψωμοπάτης
•
- παλιότερη ύβρις για τον αχάριστο, εκείνον που με τη μεταφορική έννοια πατούσε το ψωμί που έτρωγε, δηλαδή περιφρονούσε εκείνον που του είχε προσφέρει τα προς το ζην Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψωμοπάτης < ψωμί + πατώ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψωμοπάτης | ψωμοπάτες / ψωμοπάτηδες |
| Γενική | ψωμοπάτη | ψωμοπάτηδων |
| Αιτιατική | ψωμοπάτη | ψωμοπάτες / ψωμοπάτηδες |
| Κλητική | ψωμοπάτη | ψωμοπάτες / ψωμοπάτηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →