ψωμοτρώγω
•
- ζω εις βάρος κάποιου, του παίρνω το ψωμί του με τη μεταφορική έννοια Βικιλεξικό
- μεταφορικάαγοράζω κάτι σε εξαιρετικά χαμηλή τιμή, εκμεταλλευόμενος την ανάγκη χρημάτων κάποιου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψωμοτρώγω < ψωμί + τρώγω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →