ψωνάρα
•
- μειωτικόμεγάλο ψώνιο (στη μεταφορική σημασία) Βικιλεξικό
- «Εσένα άκουγα τόσα χρόνια και βγάλαμε έναν αχάριστο, μια ψωνάρα κι έναν θεούσο ... Χαμένα λαχεία είσαστ' όλοι ! Τρία τράβηξα κι ούτε λήγοντα δεν πέτυχα» (Αλέξης Σταμάτης, Μητέρα στάχτη: μυθιστόρημα, εκδόσεις Καστανιώτη, 2005, σελ. 65)
Ετυμολογία
ψωνάρα < ψών(ιο) + μεγεθυντικό επίθημα -άρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψωνάρα | ψωνάρες |
| Γενική | ψωνάρας | — |
| Αιτιατική | ψωνάρα | ψωνάρες |
| Κλητική | ψωνάρα | ψωνάρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →