Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψωνίζομαι

ρήμα
•
  1. αγοράζω κάτι για τον εαυτό μου Βικιλεξικό
  2. λαϊκότροποεκπορνεύομαι, εκδίδομαι Βικιλεξικό
    • Ο έρωτας της πρωταγωνίστριας, μιας Ελληνίδας γύρω στα σαράντα για έναν τσέχο ταξιδιωτικό πράκτορα, που η ανώνυμη ηρωίδα ­ για την οποία δεν δίνονται πολλές πληροφορίες ­ γνωρίζει σε ένα αθηναϊκό μπαρ, ψωνίζεται μαζί του, με όλες τις σημασίες της λέξης και καταλήγει στο δωμάτιό του, σε ένα ξενοδοχείο στην Ομόνοια. (*)

Ετυμολογία

ψωνίζομαι < ψωνίζω + -ομαι

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςψωνίζομαιψωνίζεσαιψωνίζεταιψωνιζόμαστεψωνίζεστεψωνίζονται
Παρατατικόςψωνιζόμουν / ψωνιζόμουναψωνιζόσουν / ψωνιζόσουναψωνιζόταν / ψωνιζότανεψωνιζόμασταν / ψωνιζόμαστεψωνιζόσασταν / ψωνιζόσαστεψωνίζονταν / ψωνιζόντουσαν
Αόριστοςψωνίστηκαψωνίστηκεςψωνίστηκεψωνιστήκαμεψωνιστήκατεψωνίστηκαν / ψωνιστήκαν / ψωνιστήκανε
Μέλλονταςθα ψωνίζομαι / θα ψωνιστώθα ψωνίζεσαι / θα ψωνιστείςθα ψωνίζεται / θα ψωνιστείθα ψωνιζόμαστε / θα ψωνιστούμεθα ψωνίζεστε / θα ψωνιστείτεθα ψωνίζονται / θα ψωνιστούν / θα ψωνιστούνε
Παρακείμενοςέχω ψωνιστείέχεις ψωνιστείέχει ψωνιστεί———
Υπερσυντέλικοςείχα ψωνιστείείχες ψωνιστείείχε ψωνιστεί———
Υποτακτικήνα έχω ψωνιστεί / να ψωνίζομαι / να ψωνιστώνα έχεις ψωνιστεί / να ψωνίζεσαι / να ψωνιστείςνα έχει ψωνιστεί / να ψωνίζεται / να ψωνιστείνα ψωνιζόμαστε / να ψωνιστούμενα ψωνίζεστε / να ψωνιστείτενα ψωνίζονται / να ψωνιστούν / να ψωνιστούνε
Προστακτική—ψωνίζου / ψωνίσου——ψωνίζεστε / ψωνιστείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →