ψωνίζομαι
•
- αγοράζω κάτι για τον εαυτό μου Βικιλεξικό
- λαϊκότροποεκπορνεύομαι, εκδίδομαι Βικιλεξικό
- Ο έρωτας της πρωταγωνίστριας, μιας Ελληνίδας γύρω στα σαράντα για έναν τσέχο ταξιδιωτικό πράκτορα, που η ανώνυμη ηρωίδα για την οποία δεν δίνονται πολλές πληροφορίες γνωρίζει σε ένα αθηναϊκό μπαρ, ψωνίζεται μαζί του, με όλες τις σημασίες της λέξης και καταλήγει στο δωμάτιό του, σε ένα ξενοδοχείο στην Ομόνοια. (*)
Ετυμολογία
ψωνίζομαι < ψωνίζω + -ομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ψωνίζομαι | ψωνίζεσαι | ψωνίζεται | ψωνιζόμαστε | ψωνίζεστε | ψωνίζονται |
| Παρατατικός | ψωνιζόμουν / ψωνιζόμουνα | ψωνιζόσουν / ψωνιζόσουνα | ψωνιζόταν / ψωνιζότανε | ψωνιζόμασταν / ψωνιζόμαστε | ψωνιζόσασταν / ψωνιζόσαστε | ψωνίζονταν / ψωνιζόντουσαν |
| Αόριστος | ψωνίστηκα | ψωνίστηκες | ψωνίστηκε | ψωνιστήκαμε | ψωνιστήκατε | ψωνίστηκαν / ψωνιστήκαν / ψωνιστήκανε |
| Μέλλοντας | θα ψωνίζομαι / θα ψωνιστώ | θα ψωνίζεσαι / θα ψωνιστείς | θα ψωνίζεται / θα ψωνιστεί | θα ψωνιζόμαστε / θα ψωνιστούμε | θα ψωνίζεστε / θα ψωνιστείτε | θα ψωνίζονται / θα ψωνιστούν / θα ψωνιστούνε |
| Παρακείμενος | έχω ψωνιστεί | έχεις ψωνιστεί | έχει ψωνιστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ψωνιστεί | είχες ψωνιστεί | είχε ψωνιστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ψωνιστεί / να ψωνίζομαι / να ψωνιστώ | να έχεις ψωνιστεί / να ψωνίζεσαι / να ψωνιστείς | να έχει ψωνιστεί / να ψωνίζεται / να ψωνιστεί | να ψωνιζόμαστε / να ψωνιστούμε | να ψωνίζεστε / να ψωνιστείτε | να ψωνίζονται / να ψωνιστούν / να ψωνιστούνε |
| Προστακτική | — | ψωνίζου / ψωνίσου | — | — | ψωνίζεστε / ψωνιστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →