Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψωνίζω

ρήμα
•
  1. αγοράζω, προμηθεύομαι Βικιλεξικό
    • Κι όλες αυτές οι φωνές ανακατεύονταν με τους μονότονους χτύπους της μαχαίρας των χασάπηδων, που στες ψηλές τους τες εξέδρες, σιωπηλοί εκείνοι, ελιάνιζαν τα κρέατα χαμογελώντας στους μουστερήδες τους, και με τη βοή των ανθρώπων που εμιλούσαν αναμεταξύ τους και που επαζάριαζαν ό,τι εψώνιζαν. (Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Η Τιμή και το Χρήμα, Κεφάλαιο ΙΒ', 1914)
  2. επιλέγω επαγγελματία εραστή, συνήθως από τον δρόμο Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάκολλάω (ασθένεια) Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάβρίσκω, πετυχαίνω Βικιλεξικό
  5. την ψωνίζω: αποκτώ μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ψωνίζω < μεσαιωνική ελληνική ψωνίζω < (ελληνιστική κοινή) ὀψωνίζομαι (προμηθεύομαι) < αρχ. ελλην. ὄψον (τρόφιμο) + ὠνέομαι (αγοράζω και εμπορεύομαι)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →