Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψωρίαση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιατρικήχρόνια υποτροπιάζουσα δερματοπάθεια, δεν θεωρείται μεταδοτική και είναι πιθανόν αυτοάνοση. Η ρίζα της λέξης παραπέμπει στην ψώρα που όμως αποτελεί χωριστό δερματικό νόσημα το οποίο μεταδίδεται με τα ακάρεα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ψωρίαση < (καθαρεύουσα) ψωρίασις < psoriasis < ψώρα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήψωρίασηψωριάσεις
Γενικήψωρίασηςψωριάσεων
Αιτιατικήψωρίασηψωριάσεις
Κλητικήψωρίασηψωριάσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →