ψωρίλας
•
- ο ψωριάρης, αυτός που έχει ψώρα Βικιλεξικό
- ο πολύ φτωχός και βρώμικος Βικιλεξικό
- ο ψωροπερήφανος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψωρίλας < ψώρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψωρίλας | ψωρίλες |
| Γενική | ψωρίλα | — |
| Αιτιατική | ψωρίλα | ψωρίλες |
| Κλητική | ψωρίλα | ψωρίλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →