ψωριάζω
•
- ασθενώ από ψώρα, εξαθλιώνομαι Βικιλεξικό
- Κάτι πρέπει να κάνεις όμως. Αλλιώς θα κάτσεις να ψωριάσεις
Ετυμολογία
ψωριάζω < ἐψωρίασαν < αόριστος του αρχ. ρήματος "ψωριῶ"
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ψωριάζω | ψωριάζεις | ψωριάζει | ψωριάζουμε | ψωριάζετε | ψωριάζουν / ψωριάζουνε |
| Παρατατικός | ψώριαζα | ψώριαζες | ψώριαζε | ψωριάζαμε | ψωριάζατε | ψωριάζαν / ψωριάζανε / ψώριαζαν |
| Αόριστος | ψώριασα | ψώριασες | ψώριασε | ψωριάσαμε | ψωριάσατε | ψωριάσαν / ψωριάσανε / ψώριασαν |
| Μέλλοντας | θα ψωριάζω / θα ψωριάσω | θα ψωριάζεις / θα ψωριάσεις | θα ψωριάζει / θα ψωριάσει | θα ψωριάζουμε / θα ψωριάσουμε | θα ψωριάζετε / θα ψωριάσετε | θα ψωριάζουν / θα ψωριάζουνε / θα ψωριάσουν / θα ψωριάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ψωριάσει | έχεις ψωριάσει | έχει ψωριάσει | έχουμε ψωριάσει | έχετε ψωριάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ψωριάσει | είχες ψωριάσει | είχε ψωριάσει | είχαμε ψωριάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ψωριάσει / να ψωριάζω / να ψωριάσω | να έχεις ψωριάσει / να ψωριάζεις / να ψωριάσεις | να έχει ψωριάσει / να ψωριάζει / να ψωριάσει | να έχουμε ψωριάσει / να ψωριάζουμε / να ψωριάσουμε | να έχετε ψωριάσει / να ψωριάζετε / να ψωριάσετε | να ψωριάζουν / να ψωριάζουνε / να ψωριάσουν / να ψωριάσουνε |
| Προστακτική | — | ψώριαζε / ψώριασε | — | — | ψωριάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ψωριάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →