Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψώρα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. δερματική ασθένεια που προκαλείται από ακάρεα και μπορεί να μεταδοθεί στον άνθρωπο με βασικό σύμπτωμα συνήθως την φαγούρα και τα εξανθήματα, αλλά αποτελεί πλέον κυρίως ασθένεια των ζώων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ψώρα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ψώρα, φαγούρα και δερματική ασθένεια ανθρώπων, ζώων, φυτών < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *bʰes- (τρίβω). Ομόρριζο: ψάω.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήψώραψώρες
Γενικήψώρας—
Αιτιατικήψώραψώρες
Κλητικήψώραψώρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →