ω
•
- επιφώνημα θαυμασμού, απόγνωσης και άλλων συναισθημάτων. Παλιότερα γραφόταν ὤ για να διαφοροποιείται από την κλιτική Βικιλεξικό
- ω, τι πάθαμε!
- ω, τι ωραίο!
- επιφώνημα κλητικό που παλιότερα γραφόταν ὦ Βικιλεξικό
- ω ρε μάνα μου!
Ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →