Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ωαγωγός

/o.a.ɣoˈɣos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ανατομίαη γυναικεία σάλπιγγα, δηλαδή ο ένας από τους δύο μικρού μήκους μυώδεις σωλήνες που συνδέουν τη μήτρα με την αριστερή και την δεξιά ωοθήκη αντίστοιχα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ωαγωγός < (αρχαία ελληνική ᾠόν) ω- + αγωγός, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική oviducte

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήωαγωγόςωαγωγοί
Γενικήωαγωγούωαγωγών
Αιτιατικήωαγωγόωαγωγούς
Κλητικήωαγωγέωαγωγοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →