ωαγωγός
•
- ανατομίαη γυναικεία σάλπιγγα, δηλαδή ο ένας από τους δύο μικρού μήκους μυώδεις σωλήνες που συνδέουν τη μήτρα με την αριστερή και την δεξιά ωοθήκη αντίστοιχα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ωαγωγός < (αρχαία ελληνική ᾠόν) ω- + αγωγός, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική oviducte
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ωαγωγός | ωαγωγοί |
| Γενική | ωαγωγού | ωαγωγών |
| Αιτιατική | ωαγωγό | ωαγωγούς |
| Κλητική | ωαγωγέ | ωαγωγοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →