ωδείο
•
- μουσικήσχολή όπου διδάσκεται η μουσική Βικιλεξικό
- σπούδασε στο ωδείο Αθηνών
- Δύο φίλες της από το ωδείο τής είχαν στείλει μηνύματα από το μεσημέρι, αγωνιώντας να μάθουν πώς είχε πάει στη συμμετοχή της στον πρώτο γύρο του διαγωνισμού. Πρόκριση;!!! είχε γράψει η μια, προσθέτοντας εμότικον και χειροκροτήματα. (Ντορίνα Παπαλιού, Η φωνή στα χέρια της, Εκδόσεις Ίκαρος, 2024)
- στην αρχαιότητατο κτίριο όπου γινόταν η προετοιμασία μουσικών ή θεατρικών παραστάσεων πριν την επίσημη παρουσίασή τους στο θέατρο Βικιλεξικό
- Ωδείο Ηρώδου του Αττικού
Ετυμολογία
ωδείο < (καθαρεύουσα) ὠδεῖον < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ᾠδεῖον < ᾠδ(ή) + -εῖον (ωδή + -είο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ωδείο | ωδεία |
| Γενική | ωδείου | ωδείων |
| Αιτιατική | ωδείο | ωδεία |
| Κλητική | ωδείο | ωδεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →