Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ωκεανογραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την ωκεανογραφία, που αποσκοπεί στην καταγραφή και τη μελέτη των ωκεανών Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ωκεανογραφικός < ωκεανογραφία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήωκεανογραφικόςωκεανογραφικήωκεανογραφικό
Γενικήωκεανογραφικούωκεανογραφικήςωκεανογραφικού
Αιτιατικήωκεανογραφικόωκεανογραφικήωκεανογραφικό
Κλητικήωκεανογραφικέωκεανογραφικήωκεανογραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήωκεανογραφικοίωκεανογραφικέςωκεανογραφικά
Γενικήωκεανογραφικώνωκεανογραφικώνωκεανογραφικών
Αιτιατικήωκεανογραφικούςωκεανογραφικέςωκεανογραφικά
Κλητικήωκεανογραφικοίωκεανογραφικέςωκεανογραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →