ωκεανολόγος
•
- επάγγελμαεπιστήμονας ειδικευμένος στην ωκεανολογία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ωκεανολόγος < ωκεαν(ός) -ο- + -λόγος, λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική océanologue
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ωκεανολόγος | ωκεανολόγοι |
| Γενική | ωκεανολόγου | ωκεανολόγων |
| Αιτιατική | ωκεανολόγο | ωκεανολόγους |
| Κλητική | ωκεανολόγε | ωκεανολόγοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →