ωκυποδία
•
- το να είναι κάποιος γοργοπόδαρος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ωκυποδία < ωκύπους
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ωκυποδία | ωκυποδίες |
| Γενική | ωκυποδίας | ωκυποδιών |
| Αιτιατική | ωκυποδία | ωκυποδίες |
| Κλητική | ωκυποδία | ωκυποδίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →