ωκυτόκιος
•
- αυτός που υποβοηθεί στον τοκετό Βικιλεξικό
- τα ωκυτόκια: οι τρόποι με τους οποίους, σύμφωνα με την λαϊκή αντίληψη, διευκολυνόταν ο τοκετός κι αποφεύγονταν οι κίνδυνοι για τις εις επιτόκους και τις λεχώνες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ωκυτόκιος < ὠκυτόκιος στην καθαρεύουσα < ὠκύς (=γρήγορος) + τόκος ( < τίκτω = γεννώ)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ωκυτόκιος | ωκυτόκια / ωκυτόκιος | ωκυτόκιο |
| Γενική | ωκυτοκίου / ωκυτόκιου | ωκυτοκίου / ωκυτόκιας | ωκυτοκίου / ωκυτόκιου |
| Αιτιατική | ωκυτόκιο | ωκυτόκια / ωκυτόκιο | ωκυτόκιο |
| Κλητική | ωκυτόκιε | ωκυτόκια / ωκυτόκιε | ωκυτόκιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ωκυτόκιοι | ωκυτόκιες / ωκυτόκιοι | ωκυτόκια |
| Γενική | ωκυτοκίων / ωκυτόκιων | ωκυτοκίων / ωκυτόκιων | ωκυτοκίων / ωκυτόκιων |
| Αιτιατική | ωκυτοκίους / ωκυτόκιους | ωκυτοκίους / ωκυτόκιες | ωκυτόκια |
| Κλητική | ωκυτόκιοι | ωκυτόκιες / ωκυτόκιοι | ωκυτόκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →