Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ωκυτόκιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που υποβοηθεί στον τοκετό Βικιλεξικό
  2. τα ωκυτόκια: οι τρόποι με τους οποίους, σύμφωνα με την λαϊκή αντίληψη, διευκολυνόταν ο τοκετός κι αποφεύγονταν οι κίνδυνοι για τις εις επιτόκους και τις λεχώνες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ωκυτόκιος < ὠκυτόκιος στην καθαρεύουσα < ὠκύς (=γρήγορος) + τόκος ( < τίκτω = γεννώ)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήωκυτόκιοςωκυτόκια / ωκυτόκιοςωκυτόκιο
Γενικήωκυτοκίου / ωκυτόκιουωκυτοκίου / ωκυτόκιαςωκυτοκίου / ωκυτόκιου
Αιτιατικήωκυτόκιοωκυτόκια / ωκυτόκιοωκυτόκιο
Κλητικήωκυτόκιεωκυτόκια / ωκυτόκιεωκυτόκιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήωκυτόκιοιωκυτόκιες / ωκυτόκιοιωκυτόκια
Γενικήωκυτοκίων / ωκυτόκιωνωκυτοκίων / ωκυτόκιωνωκυτοκίων / ωκυτόκιων
Αιτιατικήωκυτοκίους / ωκυτόκιουςωκυτοκίους / ωκυτόκιεςωκυτόκια
Κλητικήωκυτόκιοιωκυτόκιες / ωκυτόκιοιωκυτόκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →