Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ωλένιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ανατομίαπου έχει σχέση με την ωλένη, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ωλένιος < ελληνιστική κοινή ὠλένιος < αρχαία ελληνική ὠλένη

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήωλένιοςωλένιαωλένιο
Γενικήωλένιουωλένιαςωλένιου
Αιτιατικήωλένιοωλένιαωλένιο
Κλητικήωλένιεωλένιαωλένιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήωλένιοιωλένιεςωλένια
Γενικήωλένιωνωλένιωνωλένιων
Αιτιατικήωλένιουςωλένιεςωλένια
Κλητικήωλένιοιωλένιεςωλένια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →