ωμ
•
- Η μονάδα μέτρησης της αντίστασης του ηλεκτρικού αγωγού. Ισούται με τον λόγο της τάσης προς την ένταση του ηλεκτρικού ρεύματος. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ωμ < (λόγιο δάνειο) γερμανική Ohm, το επώνυμο του Γερμανού φυσικού Γκέοργκ Ωμ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →