Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ωμέγα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το εικοστό τέταρτο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (ω, κεφαλαίο: Ω). Αποτελεί καθαρά ελληνικό δημιούργημα για τη σωστή προφορά και τη φωνητική απόδοση των λέξεων, αφού οι αρχαίοι Έλληνες προέφεραν το ωμέγα ως μακρόσυρτο όμικρον ή "ου". Βαθμιαία έγινε μόνον ορθογραφικό σύμβολο, γιατί μετά τον 3ο π.Χ. αιώνα και κυρίως μετά τον 1ο, η προφορά του ωμέγα ταυτίστηκε με του όμικρον. Βικιλεξικό
  2. Αριθμητικό σύμβολο κυρίως σε αρχαία και βυζαντινά κείμενα, όπου το Ω που έχει τόνο δεξιά επάνω (Ω΄ή ω΄), σημαινει τον αριθμό 800 και όταν έχει τον τόνο αριστερά κάτω, τον αριθμό 800.000 Βικιλεξικό
  3. Εξαίρεση σε αυτή την αρίθμηση αποτελεί η Ιλιάδα και η Οδύσσεια όπου το Ω σημαίνει την 24η ραψωδία Βικιλεξικό
  4. ονομασία λιπαρών οξέων Βικιλεξικό
    • τα ωμέγα-3 λιπαρά οξέα του ψαριού ωφελούν την καρδιά
  5. μονάδα ή σύμβολο σε διάφορες επιστήμες. Στα αφηρημένα μαθηματικά συμβολίζει ειδικούς αριθμούς, στη φυσική την γωνιακή ταχύτητα, στην τριγωνομετρία είναι σύμβολο γωνιών κ.λπ. Βικιλεξικό
    • η γωνία ω ή ΑΒΓ είναι ίση με την χ ή ΒΓΑ
  6. στη ζωολογία όπως και στην κοινωνιολογία είναι σύμβολο του μέλους της αγέλης που δεν το σέβεται κανένα άλλο και από αυτή τη χρήση -ή ίσως από το γεγονός ότι είναι το τελευταίο γράμμα του αλφαβήτου- πιθανόν πήγασε η έκφραση υποτίμησης και περιφρόνησης στην αργκό Βικιλεξικό
    • Αυτός ο τύπος είναι ωμέγα (δηλαδή ο τελευταίος, ο χειρότερος)
  7. αρχετυπικό σύμβολο στη χριστιανική θρησκεία και στη φιλοσοφία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ωμέγα < αρχαία ελληνική ὦ μέγα σε αντίθεση με το ο μικρόν (όμικρον). ωμέγα μεγάλο, δηλαδή είναι μακρό, παραπάνω από έναν χρόνο (γλωσσολογία).

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →