Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ωμόπλινθος

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. πλίνθος από πηλό που δεν έχει ψηθεί σε καμίνι, αλλά έχει αφεθεί να στεγνώσει στον ήλιο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ωμόπλινθος < ωμ(ός) + -ό- + πλίνθος, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική brique crue (brique, crue)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήωμόπλινθοςωμόπλινθοι
Γενικήωμοπλίνθουωμοπλίνθων
Αιτιατικήωμόπλινθοωμοπλίνθους
Κλητικήωμόπλινθεωμόπλινθοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →