ωοειδής
•
- που έχει σχήμα αυγού Βικιλεξικό
- Ο φυσιογνωμικός τύπος του Χριστού, με το ωοειδές πρόσωπο, τη μακρόστενη μύτη, τις πλατιές κόκκινες επιφάνειες και κηλίδες στο πρόσωπο και τα βαθιά, σκιασμένα μάτια, απορρέει από κομνήνεια πρότυπα, τα οποία, όπως είναι γνωστό, αναβιώνουν στην τέχνη του δεύτερου μισού του 13ου αιώνα. (Δελτίον της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας, Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρεία, Αθήνα, 2000, σελ. 148)
Ετυμολογία
ωοειδής < αρχαία ελληνική ᾠοειδής
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ωοειδής | ωοειδής | ωοειδές |
| Γενική | ωοειδούς | ωοειδούς | ωοειδούς |
| Αιτιατική | ωοειδή | ωοειδή | ωοειδές |
| Κλητική | ωοειδή / ωοειδής | ωοειδής | ωοειδές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ωοειδείς | ωοειδείς | ωοειδή |
| Γενική | ωοειδών | ωοειδών | ωοειδών |
| Αιτιατική | ωοειδείς | ωοειδείς | ωοειδή |
| Κλητική | ωοειδείς | ωοειδείς | ωοειδή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →