ωοζωοτόκος
•
- που γεννά αβγά τα οποία εκκολάπτονται στο εσωτερικό του μητρικού οργανισμού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ωοζωοτόκος < ωόν + ζώον + τίκτω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ωοζωοτόκος | ωοζωοτόκος | ωοζωοτόκο |
| Γενική | — | — | — |
| Αιτιατική | — | — | — |
| Κλητική | — | — | — |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | — | — | — |
| Γενική | — | — | — |
| Αιτιατική | — | — | — |
| Κλητική | — | — | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →