Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ωοζωοτόκος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που γεννά αβγά τα οποία εκκολάπτονται στο εσωτερικό του μητρικού οργανισμού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ωοζωοτόκος < ωόν + ζώον + τίκτω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήωοζωοτόκοςωοζωοτόκοςωοζωοτόκο
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστική———
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →