ωοθυλακικός
•
- που έχει σχέση με ωοθυλάκιο ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ωοθυλακικός < ωοθυλάκιο + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ωοθυλακικός | ωοθυλακική | ωοθυλακικό |
| Γενική | ωοθυλακικού | ωοθυλακικής | ωοθυλακικού |
| Αιτιατική | ωοθυλακικό | ωοθυλακική | ωοθυλακικό |
| Κλητική | ωοθυλακικέ | ωοθυλακική | ωοθυλακικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ωοθυλακικοί | ωοθυλακικές | ωοθυλακικά |
| Γενική | ωοθυλακικών | ωοθυλακικών | ωοθυλακικών |
| Αιτιατική | ωοθυλακικούς | ωοθυλακικές | ωοθυλακικά |
| Κλητική | ωοθυλακικοί | ωοθυλακικές | ωοθυλακικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →