Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ωοθυλακικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με ωοθυλάκιο ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ωοθυλακικός < ωοθυλάκιο + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήωοθυλακικόςωοθυλακικήωοθυλακικό
Γενικήωοθυλακικούωοθυλακικήςωοθυλακικού
Αιτιατικήωοθυλακικόωοθυλακικήωοθυλακικό
Κλητικήωοθυλακικέωοθυλακικήωοθυλακικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήωοθυλακικοίωοθυλακικέςωοθυλακικά
Γενικήωοθυλακικώνωοθυλακικώνωοθυλακικών
Αιτιατικήωοθυλακικούςωοθυλακικέςωοθυλακικά
Κλητικήωοθυλακικοίωοθυλακικέςωοθυλακικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →