ὠορρηξία
•
- καθαρεύουσαη ωορρηξία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ὠορρηξία < αρχαία ελληνική ᾠόν + ῥῆξις (< ῥήγνυμι)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
ὠορρηξία < αρχαία ελληνική ᾠόν + ῥῆξις (< ῥήγνυμι)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
ωορρηξία < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ὠορρηξία < αρχαία ελληνική ᾠόν + ῥῆξις (< ῥήγνυμι)
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ωορρηξία | ωορρηξίες |
| Γενική | ωορρηξίας | ωορρηξιών |
| Αιτιατική | ωορρηξία | ωορρηξίες |
| Κλητική | ωορρηξία | ωορρηξίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →