Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ωοφόρος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που φέρει αβγά Βικιλεξικό
  2. που φέρει ωάρια Βικιλεξικό
    • ωοφόρος δίσκος των ωοθηκών

Ετυμολογία

ωοφόρος < ὠοφόρος, λόγια λέξη της καθαρεύουσας, ίσως και παλαιότερη

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήωοφόροςωοφόροςωοφόρο
Γενικήωοφόρου—ωοφόρου
Αιτιατικήωοφόρο—ωοφόρο
Κλητικήωοφόρε—ωοφόρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήωοφόροι—ωοφόρα
Γενικήωοφόρων—ωοφόρων
Αιτιατικήωοφόρους—ωοφόρα
Κλητικήωοφόροι—ωοφόρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →