ωοφόρος
•
- που φέρει αβγά Βικιλεξικό
- που φέρει ωάρια Βικιλεξικό
- ωοφόρος δίσκος των ωοθηκών
Ετυμολογία
ωοφόρος < ὠοφόρος, λόγια λέξη της καθαρεύουσας, ίσως και παλαιότερη
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ωοφόρος | ωοφόρος | ωοφόρο |
| Γενική | ωοφόρου | — | ωοφόρου |
| Αιτιατική | ωοφόρο | — | ωοφόρο |
| Κλητική | ωοφόρε | — | ωοφόρο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ωοφόροι | — | ωοφόρα |
| Γενική | ωοφόρων | — | ωοφόρων |
| Αιτιατική | ωοφόρους | — | ωοφόρα |
| Κλητική | ωοφόροι | — | ωοφόρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →