ωράριο
•
- οι ώρες που εργάζεται κάποιος Βικιλεξικό
- ο πίνακας στον οποίο αναγράφονται οι ώρες λειτουργίας μιας επιχείρησης, υπηρεσίας κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ωράριο < (λόγιο δάνειο) γαλλική horaire χρησιμοποιώντας την προδρομική μορφή της μεσαιωνική λατινική horarium (< λατινική hora < αρχαία ελληνική ὥρα). Μορφολογικά αναλύεται σε ώρα + -άριο. Δεν σχετίζεται με τη μεσαιωνική ελληνική ὡράριον (μαντίλι) < λατινική orarium
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ωράριο | ωράρια |
| Γενική | ωράριου / ωραρίου | ωραρίων |
| Αιτιατική | ωράριο | ωράρια |
| Κλητική | ωράριο | ωράρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →