ὡραῖα
•
- καθαρεύουσαωραία, δηλαδή η ονομαστική, αιτιατική και κλητική του επιθέτου ὡραῖος (όμορφος) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ὡραῖα < ὡραῖος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
ὡραῖα < ὡραῖος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
ὡραῖα < ὡραῖος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
ωραία < ωραί(ος) + -α
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →