Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ωραιοπαθής

/o.ɾe.o.paˈθis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που ασχολείται με πάθος με την ομορφιά του και την επίδειξή της Βικιλεξικό
    • Μείνε μακριά από ωραιοπαθείς, άνδρες φιγουρατζήδες και λουσάτους, και τύπους κομψευτούς που προτιμούν τα ειδικά εφέ στο χτένισμά τους.
    • οι Μέδικοι, σε βίο τρυφηλό δοσμένοι, ωραιοπαθείς, ηδονολάτρες, εκστασιαζόμενοι μπροστά σε έργα ανθρώπινα που τάχα εδόξαζαν μα στην πραγματικότητα αμφισβητούσαν το μεγαλείο του Κυρίου. (Νέα Εστία, τόμος 86, 1969, σελ. 1061)
  2. σπάνιοπου έχει πάθος με το ωραίο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ωραιοπαθής < ωραί(ος) + -ο- + -παθής (< ἒ-παθ-ον, αόριστος του πάσχω)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήωραιοπαθήςωραιοπαθήςωραιοπαθές
Γενικήωραιοπαθούςωραιοπαθούςωραιοπαθούς
Αιτιατικήωραιοπαθήωραιοπαθήωραιοπαθές
Κλητικήωραιοπαθή / ωραιοπαθήςωραιοπαθήςωραιοπαθές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήωραιοπαθείςωραιοπαθείςωραιοπαθή
Γενικήωραιοπαθώνωραιοπαθώνωραιοπαθών
Αιτιατικήωραιοπαθείςωραιοπαθείςωραιοπαθή
Κλητικήωραιοπαθείςωραιοπαθείςωραιοπαθή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →