ωριμάζω
•
- αμετάβατοαποκτώ την τελική μου μορφή (μέγεθος, χρώμα) Βικιλεξικό
- Τα μήλα στην αυλή μας ωριμάζουν τώρα, πάρε μερικά μαζί σου αν θες.
- αμετάβατοαποκτώ τις απαιτούμενες πνευματικές ικανότητες που μου επιτρέπουν να φέρομαι και να λειτουργώ ως ενήλικος στην κοινωνία Βικιλεξικό
- Αυτό το παιδί δε λέει να ωριμάσει ποτέ, θυμώνει και βάζει τις φωνές με το παραμικρό.
- αμετάβατομεγαλώνω, γίνομαι ενήλικος Βικιλεξικό
- Οι γάτες ωριμάζουν μέσα σε λιγότερο από ένα χρόνο.
- τα μάτια του Νίκου κύτταζαν τη σειρά κουμπάκια, τόνα κοντά στάλλο, πούχε μπροστά το σταχτί πολκάκι της Λιόλιας, που της ήτονε μικρό και την έκοβε φοβερά στις αμασχάλες: στην κάθε της αναπνοή τα κουμπάκια σπαράζανε μέσα στις κουμπότρυπές τους, σάμπως τα στηθάκια της τάγουρα να ωρίμαζαν εκεί μπροστά στα μάτια του και να γυρεύανε να κάμουνε φτερά να πετάξουν (Κωνσταντίνος Χρηστομάνος, Η κερένια κούκλα, Β, 1911)
- αμετάβατοφτάνω σε κατάλληλο στάδιο ώστε να γίνει κάτι (συνήθως επιθυμητό) Βικιλεξικό
- Οι συνθήκες έχουν πια ωριμάσει για να ψηφιστεί αυτός ο νόμος.
- μεταβατικόκάνω κάποιον ή κάτι να γίνει ώριμος Βικιλεξικό
- ο ήλιος ωριμάζει τα σταφύλια
Ετυμολογία
ωριμάζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὡριμάζω < αρχαία ελληνική ὥριμος
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ωριμάζω | ωριμάζεις | ωριμάζει | ωριμάζουμε | ωριμάζετε | ωριμάζουν / ωριμάζουνε |
| Παρατατικός | ωρίμαζα | ωρίμαζες | ωρίμαζε | ωριμάζαμε | ωριμάζατε | ωρίμαζαν / ωριμάζαν / ωριμάζανε |
| Αόριστος | ωρίμασα | ωρίμασες | ωρίμασε | ωριμάσαμε | ωριμάσατε | ωρίμασαν / ωριμάσαν / ωριμάσανε |
| Μέλλοντας | θα ωριμάζω / θα ωριμάσω | θα ωριμάζεις / θα ωριμάσεις | θα ωριμάζει / θα ωριμάσει | θα ωριμάζουμε / θα ωριμάσουμε | θα ωριμάζετε / θα ωριμάσετε | θα ωριμάζουν / θα ωριμάζουνε / θα ωριμάσουν / θα ωριμάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ωριμάσει | έχεις ωριμάσει | έχει ωριμάσει | έχουμε ωριμάσει | έχετε ωριμάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ωριμάσει | είχες ωριμάσει | είχε ωριμάσει | είχαμε ωριμάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ωριμάσει / να ωριμάζω / να ωριμάσω | να έχεις ωριμάσει / να ωριμάζεις / να ωριμάσεις | να έχει ωριμάσει / να ωριμάζει / να ωριμάσει | να έχουμε ωριμάσει / να ωριμάζουμε / να ωριμάσουμε | να έχετε ωριμάσει / να ωριμάζετε / να ωριμάσετε | να ωριμάζουν / να ωριμάζουνε / να ωριμάσουν / να ωριμάσουνε |
| Προστακτική | — | ωρίμαζε / ωρίμασε | — | — | ωριμάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ωριμάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →