Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ωριμάζω

/o.ɾiˈma.zo/ρήμα
•
  1. αμετάβατοαποκτώ την τελική μου μορφή (μέγεθος, χρώμα) Βικιλεξικό
    • Τα μήλα στην αυλή μας ωριμάζουν τώρα, πάρε μερικά μαζί σου αν θες.
  2. αμετάβατοαποκτώ τις απαιτούμενες πνευματικές ικανότητες που μου επιτρέπουν να φέρομαι και να λειτουργώ ως ενήλικος στην κοινωνία Βικιλεξικό
    • Αυτό το παιδί δε λέει να ωριμάσει ποτέ, θυμώνει και βάζει τις φωνές με το παραμικρό.
  3. αμετάβατομεγαλώνω, γίνομαι ενήλικος Βικιλεξικό
    • Οι γάτες ωριμάζουν μέσα σε λιγότερο από ένα χρόνο.
    • τα μάτια του Νίκου κύτταζαν τη σειρά κουμπάκια, τόνα κοντά στάλλο, πούχε μπροστά το σταχτί πολκάκι της Λιόλιας, που της ήτονε μικρό και την έκοβε φοβερά στις αμασχάλες: στην κάθε της αναπνοή τα κουμπάκια σπαράζανε μέσα στις κουμπότρυπές τους, σάμπως τα στηθάκια της τάγουρα να ωρίμαζαν εκεί μπροστά στα μάτια του και να γυρεύανε να κάμουνε φτερά να πετάξουν (Κωνσταντίνος Χρηστομάνος, Η κερένια κούκλα, Β, 1911)
  4. αμετάβατοφτάνω σε κατάλληλο στάδιο ώστε να γίνει κάτι (συνήθως επιθυμητό) Βικιλεξικό
    • Οι συνθήκες έχουν πια ωριμάσει για να ψηφιστεί αυτός ο νόμος.
  5. μεταβατικόκάνω κάποιον ή κάτι να γίνει ώριμος Βικιλεξικό
    • ο ήλιος ωριμάζει τα σταφύλια

Ετυμολογία

ωριμάζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὡριμάζω < αρχαία ελληνική ὥριμος

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςωριμάζωωριμάζειςωριμάζειωριμάζουμεωριμάζετεωριμάζουν / ωριμάζουνε
Παρατατικόςωρίμαζαωρίμαζεςωρίμαζεωριμάζαμεωριμάζατεωρίμαζαν / ωριμάζαν / ωριμάζανε
Αόριστοςωρίμασαωρίμασεςωρίμασεωριμάσαμεωριμάσατεωρίμασαν / ωριμάσαν / ωριμάσανε
Μέλλονταςθα ωριμάζω / θα ωριμάσωθα ωριμάζεις / θα ωριμάσειςθα ωριμάζει / θα ωριμάσειθα ωριμάζουμε / θα ωριμάσουμεθα ωριμάζετε / θα ωριμάσετεθα ωριμάζουν / θα ωριμάζουνε / θα ωριμάσουν / θα ωριμάσουνε
Παρακείμενοςέχω ωριμάσειέχεις ωριμάσειέχει ωριμάσειέχουμε ωριμάσειέχετε ωριμάσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ωριμάσειείχες ωριμάσειείχε ωριμάσειείχαμε ωριμάσει——
Υποτακτικήνα έχω ωριμάσει / να ωριμάζω / να ωριμάσωνα έχεις ωριμάσει / να ωριμάζεις / να ωριμάσειςνα έχει ωριμάσει / να ωριμάζει / να ωριμάσεινα έχουμε ωριμάσει / να ωριμάζουμε / να ωριμάσουμενα έχετε ωριμάσει / να ωριμάζετε / να ωριμάσετενα ωριμάζουν / να ωριμάζουνε / να ωριμάσουν / να ωριμάσουνε
Προστακτική—ωρίμαζε / ωρίμασε——ωριμάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

ωριμάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →