ωριοσύνη
•
- λογοτεχνικόομορφιά, ομορφάδα, κάλλος Βικιλεξικό
- κι εγώ πιστός προσκυνητής της πλάστρας ωριοσύνης (Περικλής Αρέτας (Ηλίας Βουτιερίδης), Ο Νουμάς, 1η του Μάη 1905, σελ. 11)
- Σε κάθε ροδαυγή της όποιας μέρας, εδώ σε τούτο τον ευλογημένο, μαρτυρικό κι ηρωικό τόπο θαυμάζεις την ωριοσύνη της φύσης (Θεόδωρος Γ. Θανόπουλος, https://web.archive.org/web/20160816072132/http://www.kalavrytapress.gr/%CE%B2%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B1%CF%8A%CE%BA%CF%8C%CF%82-%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CE%BD%CF%84%CF%89%CF%84%CF%8C%CF%82-%CE%B4%CF%85%CE%BF-%CF%80%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%84%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CE%AF/)
- ... Με τα δικά της μάτια ανακάλυψα την ωριοσύνη που κοίτεται κρυμμένη μέσα στη ζωή... Σ' Εκείνη χρωστώ ό,τι είμαι... (Κωνσταντίνος Χρηστομάνος, Το βιβλίο της αυτοκράτειρας Ελισάβετ : φύλλα ημερολογίου, 1908)
Ετυμολογία
ωριοσύνη < ώριος + -οσύνη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ωριοσύνη | ωριοσύνες |
| Γενική | ωριοσύνης | — |
| Αιτιατική | ωριοσύνη | ωριοσύνες |
| Κλητική | ωριοσύνη | ωριοσύνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →