ωριόπλουμος
•
- ωραία στολισμένος Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηόμορφος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ωριόπλουμος < ώριος + πλουμί
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ωριόπλουμος | ωριόπλουμη | ωριόπλουμο |
| Γενική | ωριόπλουμου | ωριόπλουμης | ωριόπλουμου |
| Αιτιατική | ωριόπλουμο | ωριόπλουμη | ωριόπλουμο |
| Κλητική | ωριόπλουμε | ωριόπλουμη | ωριόπλουμο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ωριόπλουμοι | ωριόπλουμες | ωριόπλουμα |
| Γενική | ωριόπλουμων | ωριόπλουμων | ωριόπλουμων |
| Αιτιατική | ωριόπλουμους | ωριόπλουμες | ωριόπλουμα |
| Κλητική | ωριόπλουμοι | ωριόπλουμες | ωριόπλουμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →