Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ωριόπλουμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ωραία στολισμένος Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηόμορφος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ωριόπλουμος < ώριος + πλουμί

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήωριόπλουμοςωριόπλουμηωριόπλουμο
Γενικήωριόπλουμουωριόπλουμηςωριόπλουμου
Αιτιατικήωριόπλουμοωριόπλουμηωριόπλουμο
Κλητικήωριόπλουμεωριόπλουμηωριόπλουμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήωριόπλουμοιωριόπλουμεςωριόπλουμα
Γενικήωριόπλουμωνωριόπλουμωνωριόπλουμων
Αιτιατικήωριόπλουμουςωριόπλουμεςωριόπλουμα
Κλητικήωριόπλουμοιωριόπλουμεςωριόπλουμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →