ωροδείκτης
•
- η μικρότερη από τις δύο βελόνες ενός ρολογιού -εκείνη που δείχνει την ώρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ωροδείκτης < ὡροδείκτης στην καθαρεύουσα < ὥρα + -δείκτης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ωροδείκτης | ωροδείκτες |
| Γενική | ωροδείκτη | ωροδεικτών |
| Αιτιατική | ωροδείκτη | ωροδείκτες |
| Κλητική | ωροδείκτη | ωροδείκτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →