Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ωρολογιακός

/o.ɾo.lo.ʝi.aˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που σχετίζεται με το ρολόι Βικιλεξικό
  2. που έχει οργανωθεί κατά ώρες Βικιλεξικό
  3. που διαθέτει μηχανισμό ρολογιού, ώστε να τίθεται εντός ή εκτός λειτουργίας σε μια καθορισμένη χρονική στιγμή Βικιλεξικό
    • ωρολογιακός μηχανισμός (σε βόμβα, γιατί στις συσκευές χρησιμοποιείται συνήθως ο όρος χρονορρύθμιση ή χρονοδιακόπτης ή περίφραση "έχει ρολόι")

Ετυμολογία

ωρολογιακός < ωρολόγιον

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήωρολογιακόςωρολογιακήωρολογιακό
Γενικήωρολογιακούωρολογιακήςωρολογιακού
Αιτιατικήωρολογιακόωρολογιακήωρολογιακό
Κλητικήωρολογιακέωρολογιακήωρολογιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήωρολογιακοίωρολογιακέςωρολογιακά
Γενικήωρολογιακώνωρολογιακώνωρολογιακών
Αιτιατικήωρολογιακούςωρολογιακέςωρολογιακά
Κλητικήωρολογιακοίωρολογιακέςωρολογιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →