ωρομέτρηση
•
- νεολογισμόςη καταγραφή των ωρών εργασίας του προσωπικού μιας εταιρείας Βικιλεξικό
- νεολογισμόςη μέτρηση του χρόνου λειτουργίας της θέρμανσης σε κάθε διαμέρισμα χωριστά μιας πολυκατοικίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ωρομέτρηση < ώρα + -ο- + μέτρηση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ωρομέτρηση | ωρομετρήσεις |
| Γενική | ωρομέτρησης | ωρομετρήσεων |
| Αιτιατική | ωρομέτρηση | ωρομετρήσεις |
| Κλητική | ωρομέτρηση | ωρομετρήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →