ωρούλα
•
- υποκοριστικό του ώρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ωρούλα < ώρα + υποκοριστικό επίθημα -ούλα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ωρούλα | ωρούλες |
| Γενική | ωρούλας | — |
| Αιτιατική | ωρούλα | ωρούλες |
| Κλητική | ωρούλα | ωρούλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →