Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ωρούλα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. υποκοριστικό του ώρα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ωρούλα < ώρα + υποκοριστικό επίθημα -ούλα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήωρούλαωρούλες
Γενικήωρούλας—
Αιτιατικήωρούλαωρούλες
Κλητικήωρούλαωρούλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →