ωρύομαι
•
- βγάζω άγρια και δυνατή φωνή από αγανάκτηση, οργή, θυμό κ.λπ. Βικιλεξικό
- μισή ώρα ωρυόταν για τα λάθη του
Ετυμολογία
ωρύομαι < αρχαία ελληνική ὠρύομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ωρύομαι | ωρύεσαι | ωρύεται | ωρυόμαστε | ωρύεστε | ωρύονται |
| Παρατατικός | ωρυόμουν / ωρυόμουνα | ωρυόσουν / ωρυόσουνα | ωρυόταν / ωρυότανε | ωρυόμασταν / ωρυόμαστε | ωρυόσασταν / ωρυόσαστε | ωρυόντουσαν / ωρύονταν |
| Μέλλοντας | θα ωρύομαι | θα ωρύεσαι | θα ωρύεται | θα ωρυόμαστε | θα ωρύεστε | θα ωρύονται |
| Υποτακτική | να ωρύομαι | να ωρύεσαι | να ωρύεται | να ωρυόμαστε | να ωρύεστε | να ωρύονται |
| Προστακτική | — | ωρύου | — | — | ωρύεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →